Ενδοκρινικοί Διαταράκτες

Για την ομαλή μετάβαση από τα διάφορα στάδια ανάπτυξης του, για την εύρυθμη λειτουργία του μεταβολισμού, και την επιτυχή λειτουργία του αναπαραγωγικού του συστήματος, ο ανθρώπινος οργανισμός βασίζεται σε ένα ιδιαίτερα εξελιγμένο σύστημα ρύθμισης που εξασφαλίζει ότι όλες οι σημαντικές του λειτουργίες του δεν αποκλίνουν από τις εργοστασιακές του ρυθμίσεις.

Το ενδοκρινικό σύστημα αποτελεί ένα προηγμένο μοντέλο επικοινωνίας, ένα μοντέλο που έχει εξελιχθεί να ελέγχει και να σηματοδοτεί τις ανάλογες δράσεις, με στόχο την ομαλή λειτουργία κρίσιμων για τον οργανισμό λειτουργιών. Ωστόσο, καθημερινά, το ενδοκρινικό μας σύστημα είναι εκτεθειμένο σε ένα πλήθος χημικών που πολιορκούν την ασφαλή του λειτουργία, ικανά να απορρυθμίσουν τις φυσιολογικές διαδικασίες και να προκαλέσουν, κυριολεκτικά, ένα ορμονικό χάος.

Οι ενδοκρινικοί διαταράκτες είναι χημικές ουσίες οι οποίες κάνουν ακριβώς αυτό, παρεμβαίνουν, δηλαδή, στη φυσιολογική λειτουργία του ενδοκρινικού συστήματος, και μπορούν να αλλοιώσουν την ορμονική σηματοδότηση, δηλαδή το ίδιο το σύστημα επικοινωνίας του οργανισμού. Πρόκειται για συνθετικές ουσίες, είτε μεμονωμένες ή, αρκετές φορές, σε μίγματα, και είναι πάντα αποτέλεσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Οι ενδοκρινικοί διαταράκτες μπορούν να μιμούνται τις φυσιολογικές ορμόνες του ανθρώπινου σώματος, ξεγελώντας τα κύτταρα στα οποία δρουν και ενεργοποιώντας λανθασμένα βιολογικά σήματα. Μπορούν, άλλοτε, να δρουν ανταγωνιστικά, μπλοκάροντας τη φυσιολογική δράση των ορμονών. Ή, τέλος, έχουν την ικανότητα να απορρυθμίζουν τη σύνθεση, την έκκριση, τη μεταφορά και τον μεταβολισμό των ορμονών, μεταβάλλοντας τη λεπτή ισορροπία του ορμονικού δικτύου.

Οι ενδοκρινικοί διαταράκτες είναι χημικές ουσίες οι οποίες κάνουν ακριβώς αυτό, παρεμβαίνουν, δηλαδή, στη φυσιολογική λειτουργία του ενδοκρινικού συστήματος, και μπορούν να αλλοιώσουν την ορμονική σηματοδότηση, δηλαδή το ίδιο το σύστημα επικοινωνίας του οργανισμού.

Πρωτοπόρος στη μελέτη των ενδοκρινικών διαταρακτών υπήρξε η Αμερικανίδα ερευνήτρια Theodore Colborn, η οποία, μετά από πολυετή έρευνα πάνω σε κοινά χημικά, συνέδεσε ένα φαινομενικά ασύνδετο puzzle παρατηρήσεων από την άγρια ζωή με την τοξικολογία και την ενδοκρινολογία. Μελέτησε συγκεκριμένες χημικές ουσίες και ανέδειξε ότι η δράση τους δεν περιορίζεται σε υψηλές, οξείες δόσεις, αλλά εκδηλώνεται και σε χαμηλές δοσολογίες, μετά από χρόνια έκθεση. Εστίασε ιδιαίτερα στη χρονική στιγμή δράσης, στο πότε δηλαδή λαμβάνει χώρα η έκθεση, δείχνοντας ότι ο χρόνος είναι εξίσου κρίσιμος με τη δόση.

Η Theodore Colborn ήταν από τις πρώτες που τεκμηρίωσαν ότι οι ενδοκρινικοί διαταράκτες μπορούσαν να επηρεάσουν την αναπαραγωγική υγεία. Οι διαδικασίες της αναπαραγωγής είναι κατεξοχήν ορμονοεξαρτώμενες, από τον καθορισμό του φύλου και την ανάπτυξη των γονάδων έως τη γονιμότητα και τη ομαλή εξέλιξη της εγκυμοσύνης. Επομένως, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες σε χημικές παρεμβάσεις. Η έκθεση σε κρίσιμα χρονικά στάδια στην ανάπτυξη μπορεί να οδηγήσει σε επιπτώσεις που δεν εκδηλώνονται άμεσα, αλλά εμφανίζονται αργότερα στη ζωή, με μακροπρόθεσμες και ενίοτε διαγενεακές συνέπειες.

Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που διακρίνει τους ενδοκρινικούς διαταράκτες είναι η ικανότητα τους να επηρεάζουν τη φυσιολογική δράση των ορμονών, όχι μόνο του ατόμου που εκτίθεται, αλλά και των απογόνων του, ιδιαίτερα όταν η έκθεση στα χημικά αυτά συμβαίνει σε κρίσιμα αναπτυξιακά στάδια της ανθρώπινης ζωής. Πιο συγκεκριμένα, η εμβρυϊκή περίοδος, η βρεφική και παιδική ηλικία, όπως και η εφηβεία, αποτελούν τέτοια κρίσιμα αναπτυξιακά στάδια, κατά τα οποία μικρές διαταραχές της ορμονικής ισορροπίας μπορεί να έχουν δυσανάλογα μεγάλες και μακροπρόθεσμες συνέπειες.

Η Ενδοκρινική Εταιρεία (Endocrine Society) έχει χαρακτηρίσει τους ενδοκρινικούς διαταράκτες ως ένα σημαντικό και κρίσιμο ζήτημα δημόσιας υγείας. Επισημαίνει ότι οι ουσίες αυτές μπορούν να δρουν σε πολύ χαμηλές δόσεις και να παρουσιάζουν δράσεις που δεν ακολουθούν απαραίτητα το κλασικό τοξικολογικό μοντέλο που προβλέπει ότι όσο μεγαλύτερη η δόση, τόσο μεγαλύτερη και η βλάβη που προκαλείται. Φαίνεται, πως σε ορισμένες περιπτώσεις, οι χαμηλές δόσεις έκθεσης μπορεί να έχουν διαφορετικές, ή ακόμη και πιο έντονες βιολογικές συνέπειες.

Επιπλέον, η καθημερινότητα μας δείχνει πως η έκθεση μας δεν αφορά έναν μεμονωμένο μόνο ενδοκρινικό διαταράκτη, αλλά, συνήθως μίγματα χημικών ουσιών. Αυτή η συνδυαστική δράση τους μπορεί να είναι αθροιστική, δημιουργώντας τελικά ένα «κοκτέιλ» επιδράσεων που δεν αποτυπώνεται εύκολα σε επιστημονικές μελέτες που εξετάζουν μία ουσία κάθε φορά. Η πολυπλοκότητα αυτή είναι που καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη της πρόληψης.

Για τον λόγο αυτό, η Ενδοκρινική Εταιρεία προτείνει την εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης, υπογραμμίζοντας ότι η επιστημονική αβεβαιότητα δεν αποτελεί δικαιολογία για αδράνεια. Η πρόληψη πρέπει να τίθεται ως προτεραιότητα, ιδιαίτερα όταν οι πιθανές επιπτώσεις αφορούν κρίσιμα πεδία υγείας όπως, εκτός της αναπαραγωγικής υγείας, και ο μεταβολισμός, η παχυσαρκία, ο διαβήτης, η λειτουργία του θυρεοειδούς και η νευρολογική ανάπτυξη. Πρόκειται για επιπτώσεις που αφορούν τόσο τους άνδρες όσο και τις γυναίκες, επιβεβαιώνοντας μία κεντρική διαπίστωση, ότι οι ενδοκρινικοί διαταράκτες δεν είναι ένα μεμονωμένο περιβαλλοντικό ζήτημα, αλλά μια ευρύτερη πρόκληση για τη δημόσια υγεία και τις μελλοντικές γενιές.

©2021, Nicholas Christoforidis, Fertility Matters
Reproduction without explicit permission is prohibited. All rights reserved.