Ορμονικοί διαταράκτες και ανθρώπινη αναπαραγωγή
Πολύ πριν ο όρος «ενδοκρινικοί διαταράκτες» μπει στο επιστημονικό μας λεξιλόγιο, τη δεκαετία του 1980, μια ερευνήτρια από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, με ιδιαίτερο πάθος για την κατανόηση των δράσεων των χημικών στην βιολογία των οργανισμών, έκανε το πρώτο σημαντικό βήμα στο πεδίο αυτό, διαπιστώνοντας ότι τα πιο ανησυχητικά χημικά δεν είναι πάντα αυτά που προκαλούν άμεση τοξικότητα, αλλά εκείνα που αλλάζουν αθόρυβα την ορμονική “ενδο-επικοινωνία” σε βάθος χρόνου.
Η Theo Colborn, μία από τις σημαντικότερες μορφές της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας στο πεδίο των ενδοκρινικών διαταρακτών, συνδύασε παρατηρήσεις από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, οικολογία, τοξικολογία και ενδοκρινολογία, σε ένα ενιαίο αφήγημα: ότι ορισμένες χημικές ουσίες μπορούν να παρεμβαίνουν στην ορμονική ρύθμιση της ανάπτυξης και της αναπαραγωγής, με επιπτώσεις που συχνά εμφανίζονται αργά, όταν πια είναι δύσκολο να ανατραπούν. Η συμβολή της δεν ήταν μόνο επιστημονική· ήταν και εννοιολογική, γιατί βοήθησε να αλλάξει το ίδιο το αρχικό ερώτημα: όχι «πόση ποσότητα χημικών χρειάζεται για να προκαλέσει βλάβες», αλλά «πώς ένα μικρό σήμα, σε λάθος χρονική στιγμή, μπορεί να αναδιαμορφώσει την πορεία της βιολογίας».
Οι ενδοκρινικοί διαταράκτες δεν απέκτησαν το δικό τους πεδίο στην επιστήμη με μια μοναδική δραματική ανακάλυψη. Εμφανίστηκαν σταδιακά, μέσω ενός μοτίβου που δεν ταίριαζε με τις υπάρχουσες εξηγήσεις. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990, βιολόγοι που μελετούσαν την άγρια φύση, ειδικά σε περιοχές με έντονη ρύπανση, όπως οι Μεγάλες Λίμνες, άρχισαν να καταγράφουν αναπαραγωγικές ανωμαλίες, αποκλίσεις στη φυσιολογία της σεξουαλικής ανάπτυξης και μείωση των πληθυσμών υπό παρακολούθηση, κάτι που η κλασική τοξικολογία δυσκολευόταν να εξηγήσει εύκολα. Τα αποτελέσματα ήταν συχνά ανεπαίσθητα, εμφανίζονταν σε χαμηλά επίπεδα έκθεσης και εκδηλώνονταν πολύ καιρό μετά την επαφή με τη χημική ουσία.
Αυτό που έκανε αυτές τις ανακαλύψεις ανησυχητικές δεν ήταν μόνο το τι συνέβαινε, αλλά και το πώς. Οι χημικές ουσίες που εμπλέκονταν δεν σκότωναν κύτταρα ούτε προκαλούσαν προφανή τοξικότητα. Παρεμβαίναν στις ορμόνες, τα μόρια σηματοδότησης που συντονίζουν αθόρυβα την ανάπτυξη, την αναπαραγωγή και το μεταβολισμό. Ο όρος ενδοκρινικός διαταράκτης επινοήθηκε για να αποτυπώσει αυτή την αλλαγή στη σκέψη: οι χημικές ουσίες μπορούσαν να προκαλέσουν διάφορες διαταραχές, όχι κατακλύζοντας τον οργανισμό, αλλά μπερδεύοντας τα εσωτερικά συστήματα επικοινωνίας του, σε κρίσιμες χρονικές στιγμές της ανάπτυξης του.
Τα αποτελέσματα ήταν συχνά ανεπαίσθητα, εμφανίζονταν σε χαμηλά επίπεδα έκθεσης και εκδηλώνονταν πολύ καιρό μετά την επαφή με τη χημική ουσία.
Σήμερα, γνωρίζουμε ότι οι ενδοκρινικοί διαταράκτες βρίσκονται σε ένα πλήθος αντικειμένων και προϊόντων καθημερινής χρήσης. Πολλά φυτοφάρμακα, κοινοί πλαστικοποιητές, βιομηχανικά υποπροϊόντα, επιβραδυντικά φλόγας και συστατικά που βρίσκονται σε καθημερινά καταναλωτικά προϊόντα, έχουν μελετηθεί και εξεταστεί για την ορμονική δράση τους στα ενδοκρινικά συστήματα των έμβιων οργανισμών. Πολλοί από αυτούς μπορούν να μιμηθούν, να εμποδίσουν ή να αλλοιώσουν με άλλο τρόπο τη δράση των φυσικών ορμονών, όπως τα οιστρογόνα, τα ανδρογόνα και οι θυρεοειδικές ορμόνες. Αυτό έχει σημασία επειδή οι ορμόνες λειτουργούν σε εξαιρετικά χαμηλές συγκεντρώσεις και επειδή ο χρόνος συχνά έχει παρόμοια βαρύτητα, όσο και η δόση. Ως αποτέλεσμα, οι ενδοκρινικοί διαταράκτες μπορούν να προκαλέσουν βιολογικές επιδράσεις σε επίπεδα έκθεσης που κάποτε θεωρούνταν αμελητέα και μπορεί να ακολουθούν μη γραμμικά πρότυπα δόσης-απόκρισης που απομακρύνονται από την παραδοσιακή ιδέα ότι «η δόση κάνει το δηλητήριο».
Η ανθρώπινη αναπαραγωγή φαίνεται να είναι ένα από τα πιο ευαίσθητα συστήματα που επηρεάζονται. Τα στοιχεία από μελέτες σε ζώα, επιδημιολογικές και κλινικές παρατηρήσεις δείχνουν προς μία σταθερή κατεύθυνση: η έκθεση σε ορισμένους ενδοκρινικούς διαταράκτες συνδέεται με πρώιμη έναρξη της εφηβείας, μειωμένη γονιμότητα, μειωμένη ποιότητα των ωαρίων και σπερματοζωαρίων, όπως και δομικές αλλαγές στα αναπαραγωγικά όργανα. Στα αρσενικά έμβρυα, η προγεννητική έκθεση έχει συνδεθεί με αποτελέσματα όπως κρυψορχία, υποσπαδίας, μειωμένη ποιότητα σπέρματος και καρκίνος των όρχεων, χαρακτηριστικά που συχνά ομαδοποιούνται υπό την έννοια του συνδρόμου «δυσγενεσία των όρχεων». Στις γυναίκες, η έκθεση στους ορμονικούς διαταράκτες έχουν συνδυαστεί με πρόωρη εφηβεία, δυσλειτουργία της ωορρηξίας, ενδομητρίωση και μειωμένα αποθέματα ωαρίων.
Μία από τις πιο σημαντικές παρατηρήσεις που έγιναν στο ίδιο πλαίσιο έρευνας των ορμονικών διαταρακτών ήταν και ο ρόλος των αναπτυξιακών παραθύρων. Η έκθεση κατά τη διάρκεια της εμβρυϊκής ζωής, της βρεφικής ηλικίας ή της εφηβείας μπορεί να αλλάξει μόνιμα τον τρόπο ανάπτυξης και λειτουργίας των ιστών, με συνέπειες που μπορεί να γίνουν ορατές μόνο δεκαετίες αργότερα. Αυτό βοηθά να εξηγηθεί γιατί είναι τόσο δύσκολο να καθοριστούν οι σχέσεις αιτίου-αποτελέσματος στους ανθρώπους και γιατί η αναμονή για απόλυτες αποδείξεις βλάβης μπορεί να αποτελέσει από μόνη της ένα ρίσκο για τη δημόσια υγεία. Προσθέτοντας περαιτέρω πολυπλοκότητα, ορισμένοι ενδοκρινικοί διαταράκτες φαίνεται να είναι σε θέση να προκαλέσουν επιπτώσεις που εκτείνονται πέρα από το άμεσα εκτεθειμένο άτομο, μέσω επιγενετικών αλλαγών που μεταβάλλουν την έκφραση των γονιδίων χωρίς να αλλάζουν την αλληλουχία του DNA, αυξάνοντας την πιθανότητα επιπτώσεων στις επόμενες γενιές.
Η ιστορία των ενδοκρινικών διαταρακτών είναι στενά συνδεδεμένη με τη μεταπολεμική εκβιομηχάνιση. Πολλές από αυτές τις χημικές ουσίες σχεδιάστηκαν για να είναι σταθερές και ανθεκτικές, να αντέχουν στη θερμότητα, την αποικοδόμηση και τη μικροβιακή διάσπαση. Αυτές οι ίδιες ιδιότητες τους επιτρέπουν να συσσωρεύονται στα οικοσυστήματα και στους ανθρώπινους ιστούς, ιδιαίτερα στο λίπος. Ακόμη και ουσίες που έχουν απαγορευτεί εδώ και δεκαετίες, όπως το DDT και ορισμένα PCB, παραμένουν ανιχνεύσιμες σε όλο τον κόσμο. Εν τω μεταξύ, νεότερες ενώσεις όπως η δισφαινόλη Α και οι φθαλικές ενώσεις είναι τόσο διαδεδομένες που η έκθεση σε αυτές είναι ουσιαστικά συνεχής. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι άνθρωποι σπάνια εκτίθενται σε μία μόνο χημική ουσία μεμονωμένα. Αντίθετα, ζούμε εκτεθειμένοι σε σύνθετα μείγματα με άγνωστες επιπτώσεις στην αναπαραγωγική μας υγεία, ως αποτέλεσμα της αθροιστικής τους δράσης.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνώρισε εδώ και δεκαετίες τους ενδοκρινικούς διαταράκτες ως ζήτημα δημόσιας υγείας, όμως η ρυθμιστική της αντίδραση υπήρξε αργή, σταδιακή και συχνά αποσπασματική, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη δισφαινόλη Α και τις φθαλικές ενώσεις, που ρυθμίστηκαν μόνο αφού συσσωρεύτηκαν επαρκή επιστημονικά δεδομένα. Παρότι η ορμονική διαταραχή εντάχθηκε επίσημα στην πολιτική ατζέντα ήδη από το 1999, η μετάφραση αυτής της γνώσης σε ενιαία κριτήρια καθυστέρησε, οδηγώντας σε περιορισμένες ρυθμίσεις, κυρίως σε φυτοφάρμακα και εντομοκτόνα. Η ουσιαστική στροφή ήρθε με την αναθεώρηση του κανονισμού CLP (Classification, Labelling and Packaging) το 2023 και την εισαγωγή αυτόνομων κατηγοριών κινδύνου για τους ενδοκρινικούς διαταράκτες, ενισχύοντας τις υποχρεώσεις των κατασκευαστών και τη διαφάνεια στην προβολή των κινδύνων. Σήμερα, μέσω του συνδυασμένου ρόλου της ECHA (European Chemicals Agency) και της EFSA (European Food Safety Authority), η προσέγγιση της ΕΕ παραμένει προσεκτική και βασισμένη σε επιστημονικές αποδείξεις, ακόμη και αν η επιστημονική αβεβαιότητα συνεχίζει, συχνά, να επιβραδύνει τις πιο αποφασιστικές παρεμβάσεις.
Τέλος, αναφορικά με το τι μπορούμε να κάνουμε σε ατομικό επίπεδο, είναι σημαντικό να πούμε πως η διαχείριση της έκθεσης σε ενδοκρινικούς διαταράκτες δεν βασίζεται στην αποφυγή «κάθε χημικού», αλλά σε στοχευμένες, ρεαλιστικές επιλογές που μειώνουν το συνολικό φορτίο. Πρακτικά, αυτό σημαίνει περιορισμό της χρήσης πλαστικών που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα και ποτά, ιδιαίτερα όταν θερμαίνονται, προτίμηση σε γυάλινα ή ανοξείδωτα σκεύη, προσεκτική επιλογή καλλυντικών και προϊόντων προσωπικής φροντίδας με λιγότερα πρόσθετα, καθώς και καλό αερισμό εσωτερικών χώρων για τη μείωση της έκθεσης σε πτητικές ουσίες. Στη διατροφή, η ποικιλία και η μείωση των υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων μπορούν να περιορίσουν την επαναλαμβανόμενη έκθεση σε συγκεκριμένες ενώσεις, χωρίς να απαιτούν ακραίες αλλαγές.
Στο βιβλίο της, «Our Stolen Future» η Theo Colborn επέμεινε σε μια ιδέα που σήμερα μοιάζει σχεδόν αυτονόητη, αλλά τότε ήταν ανατρεπτική: ότι η μεγαλύτερη ευαισθησία στα χημικά δεν βρίσκεται πάντα στην έκθεση του ενήλικα σε μεγάλες δόσεις χημικών, αλλά στην έκθεση που συμβαίνει νωρίς, όταν ακόμη ο οργανισμός χτίζει τα θεμέλιά του. Ένα μήνυμα που μετατοπίζει τόσο την έρευνα, όσο και το σχεδιασμό πολιτικών και θεσμικών δράσεων σε μία βάση πρόληψης και κατανόησης μηχανισμών με μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία και ειδικά στην ανθρώπινη αναπαραγωγή.
©2021, Nicholas Christoforidis, Fertility Matters
Reproduction without explicit permission is prohibited. All rights reserved.