Εμβρυϊκός Προγραμματισμός

Πώς προσαρμόζεται ένα έμβρυο στους περιβαλλοντικούς παράγοντες που εκτίθεται στη διάρκεια των 9 μηνών που βρίσκεται στη μήτρα της μητέρας του; Και πως η προσαρμογή αυτή επηρεάζει τη μελλοντική του υγεία κατά την ενηλικίωση;

Οι επιπτώσεις που έχει η έκθεση του ανθρώπινου οργανισμού σε περιβαλλοντικούς και χημικούς ρύπους κατά τη διάρκεια των ευάλωτων χρονικών σταδίων της ανάπτυξης δεν αφορούν μόνο το χρόνο στον οποίο συμβαίνουν. Σύμφωνα με τη θεωρία του Εμβρυϊκού Προγραμματισμού Υγείας και Νόσου, (Developmental Origins of Health and Disease), περιβαλλοντικές επιδράσεις, και κυρίως η έκθεση σε ενδοκρινικούς διαταράκτες, μπορούν να επηρεάσουν θεμελιώδεις μηχανισμούς ρύθμισης της γονιδιακής έκφρασης του γενετικού υλικού του εμβρύου, με συνέπειες που εκτείνονται πολύ πέρα από την εγκυμοσύνη και τον τοκετό. Επιδράσεις όχι μόνο για την ενήλικη ζωή, αλλά και για τις γενιές που θα ακολουθήσουν. Στην ουσία, πρόκειται για μία ακόμη ευάλωτη περίοδο που ξεκινά με την προετοιμασία για εγκυμοσύνη και την περι-εμφυτευτική περίοδο, και εκτείνεται μέχρι και την παιδική ηλικία. Μία περίοδο που αποτελεί ένα ακόμη διάστημα ευαισθησίας, λόγω των μακροπρόθεσμων προεκτάσεων που έχει.

Η θεωρία του Εμβρυϊκού Προγραμματισμού Υγείας και Νόσου βασίζεται στην αρχική υπόθεση του Βρετανού επιδημιολόγου David Barker, γνωστή και ως «υπόθεση του εμβρυϊκού προγραμματισμού». Σύμφωνα με αυτήν, πολλές χρόνιες παθήσεις της ενήλικης ζωής, όπως τα καρδιαγγειακά νοσήματα, ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 και η υπέρταση, έχουν τις ρίζες τους στην πρώιμη εμβρυϊκή ανάπτυξη. Ως αποτέλεσμα, η προσέγγιση αυτή, ότι οι αναπτυξιακές καταβολές της υγείας και της νόσου, δηλαδή, διαμορφώνονται ήδη από τα πρώτα στάδια της ζωής, έχει μετατοπίσει το ενδιαφέρον της επιστήμης, από τη θεραπεία της νόσου στην πρόληψη, ξεκινώντας από τα πρώτα ακόμη στάδια που αναπτύσσεται ένα έμβρυο.

Κεντρική έννοια του της θεωρίας του Εμβρυϊκού Προγραμματισμού Υγείας και Νόσου(DOHaD) είναι η αναπτυξιακή πλαστικότητα του εμβρύου, η ικανότητα του αναπτυσσόμενου οργανισμού, δηλαδή, να τροποποιεί τη δομή και τη λειτουργία του ως απάντηση στα διάφορα περιβαλλοντικά σήματα που λαμβάνει. Η πλαστικότητα αυτή προκύπτει ως αποτέλεσμα επιγενετικών μηχανισμών, μεταβολών στη διαφοροποίηση των κυττάρων και ρύθμισης ενδοκρινικών αξόνων, όπως ο άξονας υποθαλάμου–υπόφυσης–επινεφριδίων. Με τον τρόπο αυτό, το έμβρυο προβλέπει τις μελλοντικές συνθήκες ζωής και ρυθμίζει τον μεταβολισμό και τη φυσιολογία του, ανάλογα. Έτσι, η ενήλικη ζωή μπορεί να ιδωθεί, εν μέρει, ως μία βιολογική ανάμνηση των περιβαλλοντικών εκθέσεων που είχε ο καθένας μας κατά την εμβρυϊκή του ζωή.

Πρόσφατες έρευνες υποστηρίζουν πως πολλές από αυτές τις πρώιμες προσαρμογές είναι ρυθμισμένες για συνθήκες στέρησης. Σε ένα περιβάλλον περιορισμένης θρέψης, για παράδειγμα, το έμβρυο μπορεί να υιοθετήσει έναν πιο συντηρητικό μεταβολισμό, που ευνοεί την αποθήκευση ενέργειας. Βραχυπρόθεσμα, αυτό προσφέρει πλεονέκτημα επιβίωσης. Ωστόσο, εάν μετά τη γέννηση το άτομο εκτεθεί σε περιβάλλον αφθονίας, είναι πιθανό να προκύψει μία ασυμφωνία μεταξύ των προβλεφθέντων και των πραγματικών συνθηκών, αυξάνοντας έτσι, τον κίνδυνο μεταβολικών και καρδιαγγειακών νοσημάτων στην ενήλικη ζωή.

Τέλος, αν και πολλές πρώιμες αποκρίσεις εντάσσονται στο πλαίσιο «αντίδρασης προσαρμογής με βάση την πρόβλεψη που κάνει ένα έμβρυο, δεν έχουν όλες οι αναπτυξιακές μεταβολές προσαρμοστικό όφελος. Υπάρχει και η κατηγορία των αμιγώς αναπτυξιακών διαταραχών, δηλαδή αντιδράσεων και προσαρμογών χωρίς εξελικτικό πλεονέκτημα, που μπορεί να οδηγούν τελικά σε δυσλειτουργίες. Σε αυτήν την κατηγορία εντάσσεται η δράση των ενδοκρινικών διαταρακτών, οι οποίοι παρεμβαίνουν στους ορμονικούς μηχανισμούς ρύθμισης κατά τις κρίσιμες περιόδους ανάπτυξης, διαταράσσοντας τη φυσιολογική οργάνωση συστημάτων και αυξάνοντας τον κίνδυνο νόσου.

Στο πλαίσιο αυτό των αμιγώς αναπτυξιακών διαταραχών, το 2000, ο Δανός ερευνητής Niels Skakkebek, από το Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, μίλησε για πρώτη φορά για το σύνδρομο ορχικής δυσγένεσης (Testicular Dysgenesis Syndrome), ένα σύνδρομο που αποτελεί μια ενοποιητική θεωρία, σύμφωνα με την οποία, μια σειρά από φαινομενικά διαφορετικές ανδρικές αναπαραγωγικές διαταραχές, όπως η κρυψορχία, ο υποσπαδίας, η μειωμένη ποιότητα σπέρματος και ο καρκίνος των όρχεων, έχουν μία, κοινή εμβρυϊκή προέλευση. Επίσης, σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, διαταραχές κατά την κρίσιμη περίοδο της ενδομήτριας ανάπτυξης των όρχεων, ιδιαίτερα λόγω ορμονικών ανισορροπιών ή έκθεσης σε ενδοκρινικούς διαταράκτες, οδηγούν σε δυσγενετική ανάπτυξη του ορχικού ιστού. Αυτές οι πρώιμες βλάβες δεν εκδηλώνονται απαραίτητα άμεσα, αλλά μπορεί να προδιαθέτουν σε παθολογίες που εμφανίζονται αργότερα στη ζωή, ενισχύοντας την ιδέα ότι η ανδρική γονιμότητα και υγεία είναι σε μεγάλο βαθμό προγραμματισμένες ήδη από την εμβρυϊκή ζωή.


©2021, Nicholas Christoforidis, Fertility Matters
Reproduction without explicit permission is prohibited. All rights reserved.