Ενδομητρίωση και εξωσωματική γονιμοποίηση: αυτά είναι τα νεότερα δεδομένα
Έως και 10% των γυναικών που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία σήμερα, ζει με ενδομητρίωση. Και μάλιστα, φαίνεται πως το ποσοστό αυτό είναι ακόμη υψηλότερο μεταξύ των γυναικών που έχουν προβλήματα γονιμότητας· χαρακτηριστικά, περίπου το 25% των γυναικών που ακολουθούν θεραπείες εξωσωματικής γονιμοποίησης παρουσιάζουν στοιχεία ενδομητρίωσης.
Πρόκειται για μία πάθηση που τροφοδοτείται και διεγείρεται σε συνεχή βάση από τα οιστρογόνα, τη βασική γυναικεία ορμόνη του αναπαραγωγικού κύκλου, κάτι που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τόσο τη συχνότητά της, όσο και τη δραστηριότητά της κατά την αναπαραγωγική ηλικία.
Η ενδομητρίωση είναι γνωστή κυρίως για τον πόνο που μπορεί να προκαλέσει σε μια γυναίκα: έντονο πόνο στην περίοδο, πόνο κατά τη διάρκεια του κύκλου και την ωορρηξία, αλλά και πόνο κατά τη σεξουαλική επαφή. Ωστόσο, πέρα από τα συμπτώματα αυτά, μπορεί να επηρεάσει σημαντικά και τη γονιμότητα. Μάλιστα, πολλές γυναίκες ανακαλύπτουν την ύπαρξη της ενδομητρίωσης όταν ξεκινούν να ελέγξουν τις πιθανές αιτίες που δυσκολεύουν την έναρξη μίας εγκυμοσύνης.
Η ενδομητρίωση επηρεάζει τη γονιμότητα με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους. Αρχικά, μπορεί να επηρεάσει την ανατομική σχέση των γεννητικών οργάνων, διαταράσσοντας τη φυσιολογική τους αρχιτεκτονική. Οι σάλπιγγες, οι ωοθήκες και οι γύρω ιστοί μπορεί να μετακινηθούν, να χάσουν από την ικανότητα τους να απαντούν στα ορμονικά ερεθίσματα της ωορρηξίας και της γονιμοποίησης, ακόμη και να καθηλωθούν λόγω της χρόνιας φλεγμονής, δυσκολεύοντας έτσι τη φυσιολογική σύλληψη.
Έως και 10% των γυναικών που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία σήμερα, ζει με ενδομητρίωση. Και μάλιστα, φαίνεται πως το ποσοστό αυτό είναι ακόμη υψηλότερο μεταξύ των γυναικών που έχουν προβλήματα γονιμότητας
Η φλεγμονή αυτή μπορεί να επηρεάσει διάφορα στάδια της αναπαραγωγικής διαδικασίας. Μπορεί να επηρεάσει την ωορρηξία, την ωρίμανση και την ποιότητα των ωαρίων, αλλά και τη λειτουργία του σπέρματος, μειώνοντας την κινητικότητά του ή επηρεάζοντας, ακόμη, και τη γενετική του ακεραιότητα. Επιπλέον, μπορεί να δυσκολεύει την αλληλεπίδραση ωαρίου και σπερματοζωαρίου, επηρεάζοντας τη γονιμοποίηση, ενώ έχουν περιγραφεί και επιδράσεις στο ενδομήτριο που μπορεί να δυσκολεύουν την εμφύτευση ενός εμβρύου. Και βέβαια, ο ίδιος ο πόνος που προκαλεί η ενδομητρίωση μπορεί να δυσκολεύει τη σεξουαλική επαφή, να μειώνει τη συχνότητα των επαφών, και τελικά, να περιορίζει τις πιθανότητες για μία φυσική σύλληψη.
Σε πολλές περιπτώσεις, η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή μπορεί να προσφέρει μία ουσιαστική λύση στο πρόβλημα της υπογονιμότητας που σχετίζεται με την παρουσία της ενδομητρίωσης. Και αυτό γιατί η εξωσωματική γονιμοποίηση μπορεί να παρακάμψει αρκετά από τα στάδια που επηρεάζονται από την ενδομητρίωση και τη φλεγμονή που τη συνοδεύει. Με τη φαρμακευτική διέγερση των ωοθηκών εξασφαλίζεται η ωορρηξία με ελεγχόμενο τρόπο, τα ωάρια συλλέγονται και γονιμοποιούνται στο εργαστήριο, ενώ στη συνέχεια τα έμβρυα μεταφέρονται στη μήτρα σε ένα ορμονικά προετοιμασμένο περιβάλλον.
Η αποτελεσματικότητα της εξωσωματικής γονιμοποίησης στις γυναίκες με ενδομητρίωση δεν διαφέρει ιδιαίτερα σε σχέση με άλλες αιτίες υπογονιμότητας, αν και στα πιο προχωρημένα στάδια της νόσου η πιθανότητα εγκυμοσύνης μπορεί να είναι χαμηλότερη. Η επιλογή του κατάλληλου πρωτοκόλλου εξωσωματικής βασίζεται σε πολλούς παράγοντες, όπως η ηλικία της γυναίκας, τα αποθέματα των ωοθηκών της, το ιστορικό προηγούμενων προσπαθειών και, κυρίως, η ανταπόκριση των ωοθηκών και ο αριθμός των ωαρίων που αναπτύχθηκαν σε προηγούμενες θεραπείες. Στόχος είναι, αφενός, να ελέγξουμε τη φλεγμονή που συνοδεύει συχνά την ενδομητρίωση, χωρίς ωστόσο, να προκαλούμε έντονες ορμονικές διακυμάνσεις που θα δυσκόλευαν την αντίδραση των ωοθηκών. Παράλληλα, επιδιώκουμε να ολοκληρώνουμε τη θεραπεία με εμβρυομεταφορά σε ένα περιβάλλον που προσεγγίζει όσο το δυνατόν περισσότερο τις φυσιολογικές συνθήκες του ενδομητρίου. Γι’ αυτό και συχνά, κρυοσυντηρούμε τα έμβρυα που προκύπτουν και τα εμφυτεύουμε σε επόμενο κύκλο χωρίς ορμονική διέγερση.
Σε πολλές περιπτώσεις, η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή μπορεί να προσφέρει μία ουσιαστική λύση στο πρόβλημα της υπογονιμότητας που σχετίζεται με την παρουσία της ενδομητρίωσης. Και αυτό γιατί η εξωσωματική γονιμοποίηση μπορεί να παρακάμψει αρκετά από τα στάδια που επηρεάζονται από την ενδομητρίωση και τη φλεγμονή που τη συνοδεύει.
Ο ρόλος του χειρουργείου πριν από την εξωσωματική γονιμοποίηση, σε μία γυναίκα με ενδομητρίωση, δε φαίνεται να είναι υποχρεωτικός ούτε απαραίτητα ωφέλιμος, καθώς μπορεί να συνοδεύεται από μείωση των αποθεμάτων των ωοθηκών. Αν και το όφελος ενός χειρουργείου ενδομητρίωσης είναι ξεκάθαρο εκεί που τα συμπτώματα, και κυρίως ο χρόνιος πόνος, επηρεάζουν την ποιότητα ζωής μίας γυναίκας, ως προετοιμασία για την έναρξη θεραπείας εξωσωματικής γονιμοποίησης, φαίνεται να έχει περιορισμένο ρόλο.
Τέλος, σε γυναίκες με ενδομητρίωση που δεν επιθυμούν άμεσα εγκυμοσύνη, η κρυοσυντήρηση ωαρίων αποτελεί μία νεότερη και σημαντική επιλογή διατήρησης της γονιμότητας, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν ενδομητριώματα, κύστεις ενδομητρίωσης που αναπτύσσονται στις ωοθήκες, καθώς η εξέλιξη της νόσου μπορεί με την πάροδο του χρόνου να οδηγήσει σε μείωση των ωοθηκικών αποθεμάτων. Η κρυοσυντήρηση ωαρίων εξασφαλίζει υψηλά ποσοστά επιβίωσης και δυναμικής στα περισσότερα ωάρια σήμερα, κάτι που συμβάλλει σημαντικά στην αίσθηση ελέγχου, αλλά και αυτοφροντίδας σε κάθε γυναίκα, που αντιμετωπίζει τις πολλαπλές και πολύπλοκες προκλήσεις της ενδομητρίωσης στη ζωή της.
©2021, Nicholas Christoforidis, Fertility Matters
Reproduction without explicit permission is prohibited. All rights reserved.