Κατακερματισμός του DNA των σπερματοζωαρίων: τι μας δείχνει ο δείκτης DFI;

Το κλασικό σπερμοδιάγραμμα εξετάζει κυρίως τον αριθμό, την κινητικότητα και τη μορφολογία των σπερματοζωαρίων. Δεν μπορεί, όμως, να μας δείξει εάν το γενετικό υλικό που μεταφέρει ένα σπερματοζωάριο είναι ακέραιο.

Ο δείκτης κατακερματισμού του DNA του σπέρματος, γνωστός ως DFI, από τον όρο DNA Fragmentation Index, υπολογίζει το ποσοστό των σπερματοζωαρίων που εμφανίζουν βλάβες ή σπασίματα στις αλυσίδες του DNA τους. Ένας άνδρας μπορεί επομένως να έχει φαινομενικά φυσιολογικό σπερμοδιάγραμμα αλλά αυξημένο κατακερματισμό, γεγονός που ενδέχεται να προσφέρει πρόσθετες πληροφορίες σε περιπτώσεις ανεξήγητης υπογονιμότητας ή αποτυχημένων κυήσεων.

Ο αυξημένος κατακερματισμός έχει συσχετιστεί με μικρότερη πιθανότητα φυσικής σύλληψης, χαμηλότερη αποτελεσματικότητα της ενδομήτριας σπερματέγχυσης, διαταραχές στην ανάπτυξη του εμβρύου και αυξημένο κίνδυνο αποβολής. Οι συσχετίσεις αυτές φαίνονται πιο σταθερές για τη φυσική σύλληψη και τις επαναλαμβανόμενες αποβολές και λιγότερο ισχυρές για την πρόβλεψη του αποτελέσματος της εξωσωματικής γονιμοποίησης, ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιείται μικρογονιμοποίηση (ICSI). Αυτό συμβαίνει επειδή το ωάριο διαθέτει έναν βαθμό ικανότητας επιδιόρθωσης των βλαβών του πατρικού DNA, ο οποίος επηρεάζεται, μεταξύ άλλων, από την ηλικία και την ποιότητά του. Συνεπώς, το DFI δεν αποτελεί μια απλή εξέταση που μπορεί από μόνη της να προβλέψει εάν ένα ζευγάρι θα αποκτήσει παιδί.

Οι ευρωπαϊκές οδηγίες έχουν σταδιακά αναγνωρίσει έναν επιλεκτικό ρόλο της εξέτασης. Η ESHRE αναφέρει ότι σε ζευγάρια με δύο ή περισσότερες απώλειες κύησης η μέτρηση του κατακερματισμού μπορεί να εξεταστεί για διαγνωστικούς σκοπούς, αν και η σύσταση παραμένει υπό όρους και όχι απόλυτη. Οι πρόσφατες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ουρολογικής Εταιρείας, της EAU, προχωρούν περισσότερο, συστήνοντας τον έλεγχο σε επαναλαμβανόμενες αποβολές, αποτυχίες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και ανεξήγητη ανδρική υπογονιμότητα. Αντίθετα, οι αμερικανικές οδηγίες AUA/ASRM διατηρούν πιο συντηρητική στάση: δεν θεωρούν το DFI απαραίτητο μέρος του αρχικού ελέγχου κάθε υπογόνιμου άνδρα, αλλά αναγνωρίζουν ότι μπορεί να έχει θέση σε επιλεγμένες περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν επαναλαμβανόμενες αποβολές.

Ένα σημαντικό όφελος του DFI είναι ότι μπορεί να στρέψει την προσοχή σε δυνητικά τροποποιήσιμους παράγοντες. Ο κατακερματισμός μπορεί να αυξηθεί από το κάπνισμα, την παχυσαρκία, τη θερμική καταπόνηση, πρόσφατο υψηλό πυρετό, λοιμώξεις ή φλεγμονές του γεννητικού συστήματος, την κιρσοκήλη, την προχωρημένη πατρική ηλικία και πιθανώς ορισμένες περιβαλλοντικές ή επαγγελματικές εκθέσεις. Η διόρθωση μιας κλινικής κιρσοκήλης, η διακοπή του καπνίσματος, η βελτίωση του βάρους και του τρόπου ζωής και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η μείωση του χρόνου αποχής πριν από τη συλλογή σπέρματος μπορεί να μειώσουν τον δείκτη. Ωστόσο, η πτώση του DFI δεν σημαίνει αυτομάτως ότι θα αυξηθεί και η πιθανότητα γέννησης παιδιού, ενώ η χορήγηση αντιοξειδωτικών συνολικά δεν υποστηρίζεται ακόμη από επαρκείς τυχαιοποιημένες μελέτες.

Ο βασικός περιορισμός είναι ότι δεν υπάρχει ένα ενιαίο και παγκοσμίως αποδεκτό «φυσιολογικό» όριο. Διαφορετικές εξετάσεις, όπως το SCSA, το TUNEL, το Comet και το SCD, μετρούν διαφορετικές πτυχές της βλάβης του DNA και δεν είναι πλήρως συγκρίσιμες μεταξύ τους. Για παράδειγμα, ένα όριο περίπου 25% με τη μέθοδο SCSA έχει συσχετιστεί με χαμηλότερη πιθανότητα φυσικής σύλληψης, ή επιτυχίας της σπερματέγχυσης, αλλά το ίδιο ποσοστό δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτούσιο σε άλλη μέθοδο ή εργαστήριο. Το αποτέλεσμα επηρεάζεται επίσης από την περίοδο αποχής, μια πρόσφατη ασθένεια, τον χρόνο επεξεργασίας του δείγματος και τις εργαστηριακές διαδικασίες. Για τους λόγους αυτούς η ESHRE επισημαίνει ότι ακόμη δεν έχει αποδειχθεί ποια εξέταση θεωρείται καταλληλότερη για κάθε κλινικό σενάριο.

Το μεγάλο ανοιχτό ερώτημα σήμερα δεν είναι απλώς εάν το DFI σχετίζεται με την υπογονιμότητα, καθώς η συσχέτιση αυτή είναι πλέον αρκετά καλά τεκμηριωμένη. Το ζήτημα είναι αν η γνώση του αποτελέσματος οδηγεί σε αποφάσεις που αυξάνουν πραγματικά τις γεννήσεις υγιών παιδιών. Δεν γνωρίζουμε ακόμη με βεβαιότητα ποιοι άνδρες ωφελούνται από επανάληψη της εξέτασης, ποια παρέμβαση είναι αποτελεσματικότερη, ούτε εάν η χρήση σπερματοζωαρίων από τον όρχι σε άνδρες με πολύ υψηλό DFI βελτιώνει τις γεννήσεις αρκετά ώστε να δικαιολογεί μια επεμβατική λήψη.

Για τον λόγο αυτό, είναι καλύτερο να θεωρούμε το DFI ως ένα συμπληρωματικό κομμάτι της συνολικής εικόνας. Μία χρήσιμη εξέταση στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου κλινικού ερωτήματος, παρά ως εξέταση ρουτίνας, ή ως μία πρόβλεψη για την πιθανότητα επιτυχίας μιας θεραπείας υποβοήθησης.

Leave a comment