- Οι ενέσεις αδυνατίσματος μπορεί να βελτιώσουν έμμεσα τη γονιμότητα μέσω της απώλειας βάρους και του καλύτερου μεταβολισμού, αλλά δεν αποτελούν θεραπεία υπογονιμότητας.
- Τα περισσότερα θετικά δεδομένα αφορούν κυρίως γυναίκες με παχυσαρκία και σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, ενώ τα στοιχεία για την ποιότητα των ωαρίων, του σπέρματος και την επίδραση στην πιθανότητα γέννησης παραμένουν περιορισμένα.
- Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά την εγκυμοσύνη, ενώ πρέπει να διακόπτονται έγκαιρα και με οργανωμένο σχεδιασμό πριν από την προσπάθεια σύλληψης.
Αν και δεν σχεδιάστηκαν ως θεραπείες γονιμότητας, οι λεγόμενες «ενέσεις αδυνατίσματος» έχουν γίνει ιδιαίτερα δημοφιλείς σε γυναίκες και άνδρες αναπαραγωγικής ηλικίας.
Πρόκειται για φάρμακα που αναπτύχθηκαν αρχικά για τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, τα οποία μιμούνται τη δράση της ορμόνης GLP-1, μία φυσικής ορμόνης που παράγεται στο έντερο μετά το φαγητό και συμβάλλει στη ρύθμιση της όρεξης.
Φαρμακευτικές ουσίες όπως η λιραγλουτίδη, η σεμαγλουτίδη και η νεότερη τιρζεπατίδη μειώνουν την πρόσληψη τροφής, επιβραδύνουν την κένωση του στομάχου και μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντική απώλεια βάρους. Επειδή η παχυσαρκία συνδέεται με ορμονικές διαταραχές σε άνδρες και γυναίκες, όπως και με αυξημένους κινδύνους στην εγκυμοσύνη, το ερώτημα που προκύπτει είναι αν η βελτίωση της μεταβολικής υγείας μπορεί να κάνει την προσπάθεια για μία εγκυμοσύνη πιο εύκολη.
Τα περισσότερα δεδομένα, σήμερα, προέρχονται από γυναίκες με αυξημένο βάρος και σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών. Οι αγωνιστές GLP-1 φαίνεται ότι μπορούν να βελτιώσουν την αντίσταση στην ινσουλίνη, να κάνουν τον κύκλο πιο τακτικό και να βελτιώσουν την ωορρηξία, ενώ κάποιες μελέτες έχουν αναφέρει και αύξηση στην πιθανότητα εγκυμοσύνης.
Ωστόσο, δεν έχει αποδειχθεί ακόμη ότι η σεμαγλουτίδη, ή η τιρζεπατίδη βελτιώνουν άμεσα την ποιότητα των ωαρίων, την εμφύτευση ενός εμβρύου, ή την πιθανότητα γέννησης. Το πιθανότερο είναι ότι το όφελος προέρχεται κυρίως από την απώλεια βάρους και τη γενικότερη μεταβολική βελτίωση. Αντίστοιχα, στους άνδρες υπάρχουν πρώιμες ενδείξεις για αύξηση της τεστοστερόνης και πιθανή βελτίωση ορισμένων παραμέτρων του σπέρματος, χωρίς όμως να έχει αποδειχθεί ότι τα φάρμακα αυξάνουν τις πιθανότητες εγκυμοσύνης. Η ηλικία της γυναίκας, ο χρόνος που απαιτείται για την απώλεια βάρους και η παρουσία άλλων αιτίων υπογονιμότητας πρέπει να συνυπολογίζονται στο γενικότερο πλάνο θεραπείας.
Το πιο σημαντικό μήνυμα είναι πως τα φάρμακα αυτά δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται στη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Παρότι μέχρι σήμερα οι μελέτες τυχαίας έκθεσης στα φάρμακα αυτά στην αρχή της εγκυμοσύνης δεν έχουν δείξει αυξημένο κίνδυνο ανωμαλιών στη γέννηση, τα δεδομένα δεν επαρκούν για να θεωρήσουμε τα φάρμακα αυτά ασφαλή. Η σεμαγλουτίδη πρέπει να διακόπτεται τουλάχιστον δύο μήνες πριν από μια προγραμματισμένη εγκυμοσύνη, ενώ ο χρόνος διακοπής των άλλων φαρμάκων καθορίζεται από τον θεράποντα ιατρό. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται με την χρήση της τιρζεπατίδης, η οποία προσωρινά μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα των αντισυλληπτικών χαπιών.
Οι ενέσεις αδυνατίσματος μπορεί να αποτελέσουν ένα χρήσιμο εργαλείο πριν τη σύλληψη, κυρίως σε άτομα με παχυσαρκία, αντίσταση στην ινσουλίνη ή σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, αλλά δεν είναι φάρμακα γονιμότητας. Όταν χρησιμοποιούνται από άτομα αναπαραγωγικής ηλικίας που βρίσκονται σε προσπάθεια εγκυμοσύνης απαιτείται συντονισμένος σχεδιασμός με ενδοκρινολόγο και ειδικό αναπαραγωγής.
