Σωματικό βάρος και γονιμότητα: η ώρα της ζυγαριάς

ΚατηγορίαΤρόπος ΖωήςΆρθρο τουΔρ. Νίκου ΧριστοφορίδηΗμερομηνία5 Αυγούστου 2026Share
  • Τόσο το αυξημένο, όσο και το πολύ χαμηλό σωματικό βάρος μπορούν να επηρεάσουν την ωορρηξία και τη φυσική σύλληψη, την επιτυχία της εξωσωματικής και κυρίως την ασφάλεια της εγκυμοσύνης και του τοκετού.
  • Η απώλεια βάρους μπορεί να βελτιώσει την ωορρηξία και τη μεταβολική υγεία, ιδιαίτερα σε γυναίκες με PMOS, αλλά δεν έχει αποδειχθεί ότι αυξάνει πάντα την πιθανότητα γέννησης μετά από IVF.
  • Η απόφαση για αναβολή της θεραπείας IVF πρέπει να εξατομικεύεται: μετά τα 35 και ιδιαίτερα μετά τα 38–40, η επίδραση της ηλικίας μπορεί να είναι σημαντικότερη από το πιθανό όφελος μιας πολύμηνης προσπάθειας απώλειας βάρους.

Το σωματικό βάρος επηρεάζει τη γονιμότητα μέσα από διαφορετικούς τρόπους, τόσο όταν αυξάνεται, όπως και όταν μειώνεται. Η παχυσαρκία συνδέεται τόσο με διαταραχές της ωορρηξίας, αντίσταση στην ινσουλίνη, σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών (PMOS), όσο και με μειωμένη πιθανότητα φυσικής σύλληψης. Στους άνδρες η πρόσληψη βάρους μπορεί να συνδυάζεται με χαμηλότερες τιμές τεστοστερόνης στο αίμα, σεξουαλική δυσλειτουργία και, πιθανώς, επιβάρυνση ορισμένων παραμέτρων του σπέρματος.

Στο άλλο άκρο, πολύ χαμηλό βάρος και χαμηλή ενεργειακή πρόσληψη μπορούν να αναστείλουν την επικοινωνία των αδένων του εγκεφάλου με τις ωοθήκες (του άξονα υποθάλαμος – υπόφυση – ωοθήκη), προκαλώντας διαταραχές στην περίοδο ή και διακοπή της. Οι νεότερες οδηγίες του Βρετανικού Ινστιτούτου NICE συστήνουν στα άτομα με δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) κάτω από 18,5 και διαταραχές της περιόδου να αυξήσουν το βάρος τους, καθώς αυτό είναι πιθανό να αποκαταστήσει την ωορρηξία και να βελτιώσει την πιθανότητα σύλληψης. Αντίστοιχα, η Αμερικανική Εταιρεία Αναπαραγωγικής Ιατρικής – ΑSRM αναγνωρίζει ότι η παχυσαρκία επηρεάζει τη φυσική γονιμότητα, την αποτελεσματικότητα των θεραπειών υποβοήθησης και την πορεία της εγκυμοσύνης, αλλά την ίδια ώρα υπογραμμίζει ότι ο ΔΜΣ δεν είναι τόσο ακριβής δείκτης για να στηρίζονται οι κύριες αποφάσεις θεραπείας αποκλειστικά σε αυτόν.

Στην εξωσωματική γονιμοποίηση, ένας υψηλότερος ΔΜΣ συνδυάζεται κατά μέσο όρο με ανάγκη για μεγαλύτερες δόσεις φαρμάκων διέγερσης, τεχνικά πιο δύσκολες ωοληψίες, μικρότερο αριθμό ωαρίων και χαμηλότερη πιθανότητα εγκυμοσύνης, ή ζωντανής γέννησης για κάθε κύκλο. Ωστόσο, οι διαφορές είναι συχνά σχετικά μικρές, ιδιαίτερα στα άτομα που βρίσκονται απλώς στην κατηγορία του υπέρβαρου, χωρίς το επιπλέον βάρος να είναι απαγορευτικό στην πιθανότητα επιτυχίας της IVF. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η απώλεια βάρους ακριβώς πριν από την εξωσωματική βελτιώνει τo τελικό αποτέλεσμα και την πιθανότητα επιτυχίας. Οι πιο πρόσφατες μελέτες στο θέμα αυτό δείχνουν πως οι παρεμβάσεις με στόχο την απώλεια βάρους μπορεί να αυξήσουν τις συνολικές εγκυμοσύνες και τις φυσικές συλλήψεις, ιδίως σε γυναίκες με διαταραχές στην ωορρηξία τους, αλλά δεν έχει αποδειχθεί ότι αυξάνουν τις γεννήσεις ζώντων νεογνών μετά από IVF, ή ότι μειώνουν τις αποβολές. Μετα-ανάλυση επιστημονικών μελετών του 2024 δεν βρήκε κάποια σημαντική βελτίωση στη πιθανότητα ζωντανών γεννήσεων, ή στην πιθανότητα αποβολών, μετά από εντατική απώλεια βάρους πριν από IVF. Τα δεδομένα επομένως δεν υποστηρίζουν την υποχρεωτική αναβολή κάθε θεραπείας μέχρι να επιτευχθεί ένας συγκεκριμένος αριθμός στη ζυγαριά μας.

Το ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ της βελτίωσης του βάρους πριν από τη σύλληψη δεν αφορά απαραίτητα την εμφύτευση, αλλά την ασφάλεια της εγκυμοσύνης και του τοκετού. Η παχυσαρκία αυξάνει με αναλογικό τρόπο τον κίνδυνο υπέρτασης και προεκλαμψίας, διαβήτη κύησης, θρομβοεμβολικής νόσου, καισαρικής τομής, εμβρύων μεγάλου βάρους, πρόωρου τοκετού και ορισμένων περιγεννητικών επιπλοκών. Στοιχεία που συνοψίζει η ASRM δείχνουν, για παράδειγμα, ότι ο κίνδυνος διαβήτη κύησης και υπερτασικών διαταραχών αυξάνεται προοδευτικά από την κατηγορία υπέρβαρου, έως τις υψηλότερες κατηγορίες παχυσαρκίας. Η απώλεια περίπου 5–10% του αρχικού βάρους μπορεί να αποκαταστήσει ή να βελτιώσει την ωορρηξία και τη μεταβολική υγεία, ιδιαίτερα στο PΜOS, αλλά δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως εγγύηση για μία επιτυχή IVF. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν συστήνονται δίαιτες αδυνατίσματος, με την έμφαση να δίνεται στην ελεγχόμενη πρόσληψη βάρους, την επαρκή διατροφή και τη στενή παρακολούθηση. Τέλος, αν έχει προηγηθεί μία βαριατρική επέμβαση συνήθως προτείνεται αναμονή περίπου 12–18 μηνών πριν από μία εγκυμοσύνη, λόγω της ταχείας απώλειας βάρους και του κινδύνου ελλείψεων σε σίδηρο, φυλλικό οξύ, βιταμίνη Β12, ασβέστιο και άλλες θρεπτικές ουσίες.

Το δυσκολότερο δίλημμα εμφανίζεται όταν η απώλεια βάρους απαιτεί χρόνο, ενώ η ηλικία μειώνει τα αποθέματα ωαρίων και την ποιότητα τους. Δεν υπάρχει ένα απόλυτο ηλικιακό όριο που να αφορά σε όλες τις γυναίκες, όμως μετά τα 35 χρόνια, και ακόμη περισσότερο μετά τα 38 με 40, η αναβολή της ωοληψίας για πολλούς μήνες μπορεί να κοστίσει περισσότερο σε αναπαραγωγικές πιθανότητες, από τα πιθανά οφέλη μιας μέτριας απώλειας βάρους. Μελέτη περισσότερων από 14.000 κύκλων IVF κατέληξε στο ότι η απώλεια βάρους μπορεί να έχει περισσότερο νόημα σε γυναίκες κάτω των 35 ετών με ΔΜΣ άνω του 25, ενώ μετά τα 35 θα πρέπει να είναι σημαντική ή να επιτυγχάνεται σε σύντομο χρονικό διάστημα για να μη χαθεί το πλεονέκτημα λόγω ηλικίας. Η ASRM συστήνει να συνεκτιμώνται η ηλικία, τα αποθέματα ωαρίων, η αιτία της υπογονιμότητας, η αναισθησιολογική ασφάλεια και η ρεαλιστική δυνατότητα απώλειας βάρους.

Μια πρακτική στρατηγική θα μπορούσε να είναι η άμεση έναρξη ελέγχου γονιμότητας, ή ακόμη και η κατάψυξη ωαρίων/εμβρύων, παράλληλα με οργανωμένη μεταβολική παρέμβαση πριν από την εμβρυομεταφορά και την κύηση. Η δημόσια συζήτηση σήμερα έχει αναδείξει πολύ εύστοχα ότι τα άκαμπτα όρια ΔΜΣ μπορεί να δημιουργούν ανισότητες, να οδηγούν σε επικίνδυνες δίαιτες και να καθυστερούν γυναίκες των οποίων ο σημαντικότερος προγνωστικός παράγοντας είναι πλέον η ηλικία, χωρίς αυτό να υποβαθμίζει την ανάγκη λεπτομερούς ενημέρωσης για τους μαιευτικούς κινδύνους.

Leave a comment